γύναιος

γύναιος [pron. full] [ῠ], α, ον,
A = γυναικεῖος, γ. δῶρα presents made to a woman, Od.11.521.15.247;

φυὴ γυναίη Mosch.2.45

.
II Subst. [full] γύναιον, τό, little woman, term of endearment for a wife, Ar.V.610, Th.792: more freq. in a contemptuous sense, weak woman, And.1.130, etc.;

γυναίου πρᾶγυ' ἐποίει D.25.57

, cf. Arist.EN1171b10: but simply, = γυνή, Aen.Tact.2.6, D.S.17.24, J.AJ1.12.4, al., Ph.1.99, al., Plu. Pel.9.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • γύναιος — γύναιος, α, ον (Α) φρ. «γύναια δώρα» δώρα που δίνονται σε γυναίκα. [ΕΤΥΜΟΛ. Το γύναιος (αντίστοιχος μυκην. τ. ku na ja) < (θ.) γυν , γυνή + (επίθημα) αιος (πρβλ. δείλαιος, μάταιος). Κατ άλλους, γύναιος < (κλητ.) γύναι] …   Dictionary of Greek

  • γυναίην — γύναιος made to a woman fem acc sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γυναίους — γύναιος made to a woman masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καταγύναιος — καταγύναιος, ον (Α) κατάγυνος*. [ΕΤΥΜΟΛ. < κατ(α) * + γύναιος (< γύναιος «γυναικείος»), πρβλ. πολυ γύναιος, φιλο γύναιος] …   Dictionary of Greek

  • γύναι' — γύναια , γύναιον made to a woman neut nom/voc/acc pl γύναια , γύναιος made to a woman neut nom/voc/acc pl γύναια , γύναιος made to a woman neut nom/voc/acc pl γύναιε , γύναιος made to a woman masc voc sg γύναιαι , γύναιος made to a woman fem… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γυναίκα — Ο άνθρωπος θηλυκού γένους. Με τον όρο γ. υποδηλώνεται επίσης η ώριμη για γάμο νέα. Στο ελληνικό Σύνταγμα του 1975 υπάρχει διάταξη (άρ. 4, παρ. 2) σύμφωνα με την οποία «οι Έλληνες και οι Ελληνίδες έχουν ίσα δικαιώματα και υποχρεώσεις». Με τη… …   Dictionary of Greek

  • ημιγύναιος — ημιγύναιος, ον (Α) ημιγύναιξ*. [ΕΤΥΜΟΛ. < ημι * + γύναιος (< γυνή), πρβλ. μισο γύναιος, φιλο γύναιος] …   Dictionary of Greek

  • κακογύναιος — κακογύναιος, ον (Α) αυτός που προξενεί κακό στις γυναίκες. [ΕΤΥΜΟΛ. < κακ(ο) * + γύναιος (< γύναιον), πρβλ. πολυ γύναιος, φιλο γύναιος] …   Dictionary of Greek

  • γυναίων — γύναιον made to a woman neut gen pl γύναιος made to a woman fem gen pl γύναιος made to a woman masc/neut gen pl γύναιος made to a woman neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γύναιον — made to a woman neut nom/voc/acc sg γύναιος made to a woman masc acc sg γύναιος made to a woman neut nom/voc/acc sg γύναιος made to a woman neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πολυγύναιος — Α (για άνδρα) πολύγαμος. [ΕΤΥΜΟΛ. < πολυ * + γύναιος (< γύναιον < γυνή), πρβλ. μισο γύναιος] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.